Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2021

ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ

Ομάδα Α΄

 Α1. Να δώσετε το περιεχόμενο των ακόλουθων όρων: «Πανελλήνιον», «Βενιζελισμός», «Φεντερασιόν». Μονάδες 15

Α2. Να χαρακτηρίσετε τις ακόλουθες προτάσεις ως Σωστές ή Λανθασμένες ανάλογα με τις ιστορικές σας γνώσεις.

1.     Η Τράπεζα της Ελλάδας ξεκίνησε τη λειτουργία της το 1927.

2.     Μέχρι το 1870 υπήρχε σημαντική εμπορική κίνηση στα κατεργασμένα δέρματα.

3.     Το αγγλικό κόμμα υποστήριζε τη διάκριση των εξουσιών.

4.     Το αποφασιστικό βήμα για την ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης έγινε το 1907.

5.     Τα πρώτα ελληνικά κόμματα δεν είχαν σαφή οργανωτική δομή.

Μονάδες 10

Β1. Ποια πλεονεκτήματα παρουσίαζε η ελληνική οικονομία κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου;

Μονάδες 12

Β2. Να αναφερθείτε στα γεγονότα της Β’ Εθνοσυνέλευσης στο Άστρος (1823), καθώς και στις δύο φάσεις του Εμφύλιου Πολέμου που οδήγησαν στη διαμόρφωση των πρώτων ελληνικών κομμάτων.

Μονάδες 13

 Ομάδα Β΄

 

Γ1. Συνδυάζοντας τα στοιχεία που θα αντλήσετε από το παρακάτω κείμενο και τον αντίστοιχο πίνακα και με βάση τις πληροφορίες από το σχολικό σας βιβλίο, να αναφερθείτε στα εθνικά δάνεια που έλαβε η Ελλάδα κατά το 19 ο αιώνα και τη χρήση τους.                   

Μονάδες 25

Κείμενο Α

Τα δύο πρώτα εξωτερικά δάνεια συνάφθηκαν στα χρόνια της Επανάστασης και μάλιστα πριν από τη διεθνή αναγνώριση του ελληνικού κράτους. Το γεγονός αυτό, δηλαδή η περιορισμένη διαπραγματευτική ικανότητα της ελληνικής πλευράς, συνέβαλε κατά πολύ ώστε οι όροι της αποπληρωμής να είναι ιδιαίτερα δυσμενείς. Μετά την αναγνώριση του ελληνικού κράτους και στο πλαίσιο των ρυθμίσεων που ακολούθησαν την επιλογή του Όθωνα ως βασιλιά οι Μεγάλες Δυνάμεις εγγυήθηκαν την παροχή ενός νέου δανείου, ύψους 60. 000.000 φράγκων, τα οποία θα δίνονταν σε τρεις δόσεις των 20 εκατομμυρίων. Ωστόσο, η εγγύηση ίσχυσε τελικά μόνο για την πρώτη δόση. Η ρύθμιση αυτή σε συνδυασμό με τους όρους αποπληρωμής των δύο προηγούμενων δανείων δέσμευαν τον κύριο όγκο των δημοσίων εσόδων για την εξυπηρέτησή τους. Παράλληλα έδιναν το δικαίωμα στις εγγυήτριες δυνάμεις να παρεμβαίνουν στα εσωτερικά του νέου κράτους με αφορμή την προάσπιση των συμφερόντων των δανειστών-υπηκόων τους. Διαμορφώθηκε έτσι ένα προνομιακό πεδίο παρέμβασης των Δυνάμεων στο οικονομικό και κατ’ επέκταση στο πολιτικό πεδίο. Από τη στιγμή που το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε ουσιαστικά να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις του στο εξωτερικό, δεν ήταν σε θέση να συνάπτει και εξωτερικά δάνεια. Έτσι, οι δημοσιονομικές ανάγκες καλύφθηκαν με εσωτερικό δανεισμό. Η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε το 1878-1879, όταν επήλθε συμβιβασμός με τους ξένους δανειστές, με αποτέλεσμα να μπορεί και πάλι το ελληνικό κράτος να συνάψει εξωτερικά δάνεια. Έκτοτε, η οικονομική πολιτική στηρίχτηκε στο συνεχή κρατικό δανεισμό. Ήταν η εποχή της μεγάλης ύφεσης στη Δύση, όπου τα επιτόκια ήταν πολύ χαμηλά και τα σχετικά μεγάλα επιτόκια που πρόσφερε το ελληνικό δημόσιο στην προσπάθειά του να προσελκύσει τους κεφαλαιούχους δημιουργούσαν δυνατότητες ευκαιριακού κέρδους γι’ αυτούς. Στα εξωτερικά δάνεια στηρίχτηκε η πολιτική των μεγάλων έργων της τρικουπικής περιόδου (οδοποιία, σιδηρόδρομοι, διάνοιξη διώρυγας Κορίνθου κλπ.). Στο μεγαλύτερο όμως μέρος τους τα ποσά των δανείων κάλυπταν πάγια έξοδα του δημοσίου. Συγκεκριμένα με τα χρήματα αυτά καλύφθηκαν οι αμυντικές δαπάνες που με την κρίση του Ανατολικού Ζητήματος και ειδικά με τη στάση της Ελλάδας στο θέμα της Ανατολικής Ρωμυλίας γιγαντώθηκαν, και βεβαίως η αποπληρωμή των προηγούμενων δανείων. Ο υπέρμετρος δανεισμός, οι επαχθείς όροι των δανείων και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν οδήγησαν στην πτώχευση του 1893.

Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Ελληνική Ιστορία στο Διαδίκτυο Πηγή:http//www.fhw.gr/cronos/12/gr/1833-1897/economy/institutions/06.htm/


Δ1. Με βάση τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφερθείτε στον ιδιόμορφο δανεισμό του 1917 και τις βαρύτατες συνέπειές του στην ελληνική οικονομία, κατά τη δεκαετία του 1920.

Μονάδες 25

ΚΕΙΜΕΝΟ Α

« Οι πολεμικές δαπάνες της Ελλάδας ήταν πάνω από τις οικονομικές δυνατότητές της. Καλύφτηκαν με την φορολογία, την έκδοση χαρτονομίσματος και τον δανεισμό. Για να μπορέσει να διεξάγει τον πόλεμο, οι Σύμμαχοι άνοιξαν πίστωση για την ελληνική κυβέρνηση, μέσω της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, 12.000.000 στερλίνες η Αγγλία,30.000.0000 φράγκα η Γαλλία και 50.000.000 δολάρια οι ΗΠΑ. Με βάση αυτές τις πιστώσεις, που θα μπορούσαν να ληφθούν μόνο μετά το τέλος του πολέμου, η Εθνική Τράπεζα εξέδωσε τραπεζογραμμάτια που η αξία τους ανερχόταν στα 850000000 δραχμές. Στην πραγματικότητα μετά την υπογραφή της ειρήνης, η Ελλάδα δεν κατόρθωσε να χρησιμοποιήσει τις πιστώσεις αυτές, εξαιτίας της νομισματικής αστάθειας και της ταχείας υποτιμήσεως της δραχμής. Στο τέλος του 1920, το σύνολο των γαλλικών πιστώσεων, το μισό των αγγλικών και τα 2/3 των αμερικανικών παρέμειναν αχρησιμοποίητες. Τέλος, όταν επανήλθε στη χώρα ο Κωνσταντίνος ,το 1920, ανακλήθηκαν όλες οι πιστώσεις. Έτσι, ουσιαστικά η Ελλάδα πήρε ελάχιστη οικονομική βοήθεια από τους Συμμάχους κατά τη διάρκεια του πολέμου και βασίστηκε κυρίως στους δικούς της πόρους».

Γεώργιος Λεονταρίτης, Οικονομία και Κοινωνία από το 1914 ως το 1918, Ι.Ε.Ε. τ. 34, σελ. 84 85.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ Β

 « Με το άνοιγμα των συμμαχικών πιστώσεων, που κάλυπταν την έκδοση χαρτονομίσματος μόνο θεωρητικά, πάνω από ένα δισεκατομμύριο δραχμές προστέθηκαν στην κυκλοφορία το 1918 και άλλες τόσες και περισσότερες το 1919. Αυτό είχε καταστροφικές συνέπειες επειδή η κυβέρνηση εξαιτίας της απουσίας των εξωτερικών πιστώσεων, ήταν αναγκασμένη να καταφύγει στην έκδοση χαρτονομίσματος, πράγμα που συνέβαλλε στην εμφάνιση καλπάζοντος πληθωρισμού. Ο κίνδυνος του πληθωρισμού ήταν, βέβαια, προφανής και λήφθηκαν ορισμένα μέτρα για τον έλεγχό του. Αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να ελεγχθούν οι τιμές κατά τη διάρκεια του πολέμου και προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι η δραχμή διατήρησε την αξία της ως το 1918. Μετά το 1919, όμως, ο πληθωρισμός και οι πολιτικές και οικονομικές κρίσεις που ενέσκηψαν υπονόμευσαν την αξίας της δραχμής και την οικονομία της χώρας γενικά. Για να αντιμετωπιστούν τα νέα οικονομικά βάρη, νέοι φόροι επιβλήθηκαν και οι παλαιοί αυξήθηκαν. Προς το τέλος του πολέμου, έγινε προσπάθεια να φορολογηθούν τα πολεμικά κέρδη και επιβλήθηκαν φόροι επί της αξίας των προϊόντων».

Γεώργιος Λεονταρίτης, Οικονομία και Κοινωνία από το 1914 ως το 1918, Ι.Ε.Ε. τ. 34, σελ. 85.


ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΥ ΦΕΝΙΑ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ Α.Π.Θ.

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ

 Επαναληπτικό διαγώνισμα στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ  

ΘΕΜΑΤΑ

ΟΜΑΔΑ Α’

Α1. Να αποδώσετε το περιεχόμενο των παρακάτω ορισμών: «Γενικός Οργανισμός Πελοποννήσου», «Διχοτόμηση του χαρτονομίσματος», «Μεγάλη Ιδέα».

Μονάδες 15

Α2. Να αντιστοιχίσετε τα παρακάτω ιστορικά γεγονότα με τις αντίστοιχες ημερομηνίες:

ΣΤΗΛΗ Α’

ΣΤΗΛΗ Β’

Α’ Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου

1841

Πτώχευση Ελλάδας

1912 - 1913

Ίδρυση Εθνικής Τράπεζας

1774

Βαλκανικοί Πόλεμοι

1893

Συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή

1821

 

Μονάδες 10

Β1. Ποιες ήταν οι δυσκολίες που αντιμετώπισε το κράτος μετά την άφιξη των προσφύγων το 1922; Πόσο επαρκής ήταν η αντίδραση του ελληνικού κράτους στην αποκατάσταση των προσφύγων;

Μονάδες 12

Β2. Ποιοι ήταν οι λόγοι που οδήγησαν στη δημιουργία πελατειακών δικτύων κατά την προεπαναστατική περίοδο στην Ελλάδα;

Μονάδες 13

ΟΜΑΔΑ Β’

Γ1. Με βάση τις ιστορικές σας γνώσεις και τα παραθέματα που ακολουθούν, να αναφερθείτε στα γεγονότα της Α’ και Β΄ Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων, καθώς και στις εμφύλιες αντιπαραθέσεις που αναπτύχθηκαν μέχρι και το 1827.

Μονάδες 25

ΚΕΙΜΕΝΟ Α

«Στην περίοδο 1821—1824 η επανάσταση προόδευσε ραγδαία. Οι άτακτοι σχηματισμοί των κλεφτών και του νησιώτικου στόλου κατόρθωσαν να καταλάβουν πολλά φρούρια και ν' αποκρούσουν όλες τις τουρκικές εκστρατείες από στεριά και θάλασσα. […]

Παράλληλα με την εθνική πάλη, διεξάγεται αυτή την περίοδο μια εσωτερική σύγκρουση για την ηγεσία της Επανάστασης, με αντικείμενο τις πολιτικές και κοινωνικές αρχές του νέου υπό δημιουργία κράτους. […] Η πρώτη Εθνοσυνέλευση, που έγινε κοντά στην αρχαία Επίδαυρο, ψήφισε ένα δημοκρατικό σύνταγμα (Ιανουάριος 1822), που καθίδρυε την πρώτη Γενική κυβέρνηση της Ελλάδας, χωρίς όμως να καταργήσει τις τοπικές κυβερνήσεις. […] Το Σύνταγμα της Επιδαύρου άφηνε όλη την εξουσία στους πρόκριτους. Από τ' άλλο μέρος, τα πολεμικά γεγονότα είχαν αυξήσει την επιρροή των στρατιωτικών αρχηγών που εκπροσωπούσαν ως ένα βαθμό την αγροτιά και που με τη σειρά τους διεκδικούσαν ευρύτερη συμμετοχή στη διακυβέρνηση της χώρας. Έτσι η υφιστάμενη απ’ την αρχή αντίθεση ανάμεσα στις δυο ομάδες κατέληξε το 1823-1824 σε ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο. Στην πρώτη φάση, οι πρόκριτοι των νησιών, που είχαν μάλλον αστικές τάσεις, συμμαχώντας με το μεγαλύτερο μέρος των Πελοποννησίων προκρίτων, κατόρθωσαν ν' απομακρύνουν τους στρατιωτικούς που είχαν αρχηγό τον Κολοκοτρώνη. Οι δυο ομάδες των προκρίτων είχαν ήδη επιβάλει τη θέλησή τους στη δεύτερη Εθνοσυνέλευση που συγκλήθηκε στο Άστρος (1823), που παρά τις φατριαστικές διαμάχες παρουσιάζει για την οργάνωση του ελληνικού κράτους πραγματική πρόοδο. Καταργήθηκαν οι τοπικές κυβερνήσεις και διατυπώθηκαν σαφέστερα οι σχετικές με τα ατομικά δικαιώματα διατάξεις. Η συμμαχία ανάμεσα στους προκρίτους των νησιών και της Πελοποννήσου δεν κράτησε πολύ. Ο εμφύλιος πόλεμος ξανάρχισε γρήγορα. Σ' αυτή τη δεύτερη φάση, οι νησιώτες, υποστηριζόμενοι απ’ τα φιλελεύθερα στοιχεία και τους διανοούμενους που μαζί τους συνδεόταν το μεγαλύτερο μέρος του λαού, επικράτησαν σε βάρος των Πελοποννησίων προκρίτων και πήραν στα χέρια τους τις ελληνικές υποθέσεις, έχοντας επικεφαλής τον Γ. Κουντουριώτη και τον Φαναριώτη Α. Μαυροκορδάτο, τη διαπρεπέστερη πολιτική προσωπικότητα της Επανάστασης.»


Σβορώνος Ν., Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1983, σ.67-69.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ Β

 «Στα χρόνια του αποκαλούμενου από τους συγχρόνους "δεύτερου εμφυλίου", οι εμπλεκόμενοι προετοιμάζονται για μια "τελική" αναμέτρηση, που θα επιφέρει ακόμα και τη φυσική εξόντωση του αντιπάλου. Βάσει της λογικής αυτής, η επικράτηση της μιας πλευράς θα έχει ως αποτέλεσμα την ολοσχερή εξουδετέρωση και καταστροφή της άλλης. […]

Ανεξάρτητα λοιπόν από την εξέλιξη της κατάστασης, τα εμπλεκόμενα μέρη προετοιμάζονται να αντιμετωπίσουν τον αντίπαλο με όρους τελικής επικράτησης —κι αυτό συνιστά τη μέγιστη ασυνέχεια στα πολιτικά ήθη της κατακτημένης κοινωνίας. Η λογική που κυριαρχεί στη συγκυρία αυτών των συγκρούσεων είναι η εξής: ή "αυτοί" ή οι "άλλοι", που μπορεί και να σημαίνει ή "όπως και πριν" ή "ποτέ πια όπως πριν". […]

Και αυτό συμβαίνει διότι όταν τα στρατεύματα της διοίκησης εισβάλουν στην Πελοπόννησο, όταν δηλαδή εισβάλει στον τόπο ένας στρατός "από άλλο τόπο", ο οποίος σχεδιάζει να καταστρέψει, να λεηλατήσει, να αφανίσει και έπειτα να αποχωρήσει, οι προύχοντες αντιλαμβάνονται ότι στον πόλεμο διακυβεύονται όχι μόνο οι όροι αναπαραγωγής της κοινωνικής και πολιτικής τους ηγεμονίας, αλλά και η ίδια τους η ύπαρξη, η ζωή των ίδιων και των οικογενειών τους. Έτσι λοιπόν η σύγκρουση κατανοείται πλέον ως αγώνας επιβίωσης. Όπως είναι και ο αγώνας ενάντια στον Οθωμανό κατακτητή.»


Ροτζώκος Ν., Επανάσταση και Εμφύλιος στο Εικοσιένα, Πλέθρον/ Δοκιμές, Αθήνα 1997, σ.185-186.

 

Δ1. Με αφορμή την ιστορική αφήγηση και τις πηγές που ακολουθούν, να επισημάνετε τα αποτελέσματα των Βαλκανικών Πολέμων (1912 – 1913) για την Ελλάδα.

Μονάδες 25

ΚΕΙΜΕΝΟ Α

 «Ο αστικός επί παραδείγματι πληθυσμός δεν εδιπλασιάσθη. Επολλαπλασιάσθη. Η Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, η Καβάλα, αι Σέρραι, η Νιάουσα, η Βέρροια, η Κοζάνη, τα Χανιά, η Χίος, η Μυτιλήνη, το Ηράκλειον, ήσαν πόλεις με παρελθόν εμπορικό, με ηθικήν ακμήν και πνευματικήν παράδοσιν. Η αστική τάξις ενισχύετο δια νέων προοδευτικών στοιχείων.

Η γεωργική οικονομία ήλλαξε σχεδόν όψιν. Είχεν εσχάτως καταντήσει να εξαρτάται από τη σταφίδα. Η καπνοπαραγωγή των βορείων περιφερειών, η ελαιουργία των νήσων, η δασοκομία της Μακεδονίας, της έδωκαν ευρωστίαν και ποικιλίαν.

Η βιομηχανία ήτο παράσιτος. Τώρα καθίστατο αληθής παράγων εθνικού πλούτου. Από 115 εκατομμύρια, η βιομηχανική εξαγωγή υπερέβη τα 200 εκατομμύρια χρυσών δραχμών.

Δια των μεγάλων νήσων του Αιγαίου, η Ελλάς επλησίαζε προς τας πηγάς της εθνικής της δυνάμεως. Η Ήπειρος και η Μακεδονία την έφεραν εις γεωγραφικήν επαφήν με τον πολιτισμόν της Δύσεως.

Η εσωτερική ανάπτυξις και ακμή της χώρας ωχυρώθησαν με εξωτερικάς ασφαλείας. Η συνθήκη του Βουκουρεστίου έδιδεν εις την Ελλάδα συμμάχους, οίτινες από κοινού μετ' αυτής ηγγυώντο δια το νέον βαλκανικόν καθεστώς.»


Βεντήρης Γ., Η Ελλάς του 1910-1920. Ιστορική μελέτη, τ.1, Αθήνα 1931, σ.180.

ΚΕΙΜΕΝΟ Β

«Πιο ανυπέρβλητο εμπόδιο για την αφομοίωση των Νέων Χωρών υπήρξε ασφαλώς η συμπαγής παρουσία πληθυσμών πράγματι αλλοεθνών (ή πάντως χωρίς εμπεδωμένη ελληνική εθνική συνείδηση). Αυτό είναι ακόμη δυσκολότερο να συλλάβουμε σήμερα, εθισμένοι καθώς είμαστε στην κατάσταση που δημιουργήθηκε μόνο μετά το 1922, χάρη στην ανταλλαγή των πληθυσμών (με την Τουρκία, αλλά και τη Βουλγαρία). Σε οξεία αντίθεση με την εθνική ομοιογένεια της Παλαιάς Ελλάδας, ο όγκος των Νέων Χωρών (Λέσβος, Κρήτη, Ήπειρος και προπαντός Μακεδονία) αποτελούσε ακόμη, το 1912-13, οθωμανικό μωσαϊκό εθνοτήτων, όπου οι ελληνικές ψηφίδες δεν πλειοψηφούσαν σε πολλές περιοχές. "Δεν έχει ουδέν το Ελληνικόν" έγραφε για τη Θεσσαλονίκη ένας από τους αξιωματικούς που μπήκαν στην πόλη σαν "απελευθερωτές". Για τους Έλληνες των Νέων Χωρών, η απελευθέρωση δεν ανταποκρίθηκε αμέσως στις προσδοκίες τους. Στην Ήπειρο και τη Μακεδονία. Αλβανοί, Τούρκοι και Βούλγαροι (ή πάντως Σλάβοι) εξακολουθούσαν να ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της αγροτικής γης. Στην ίδια τη Θεσσαλονίκη, η ισπανοεβραϊκή κοινότητα εξακολουθούσε να ελέγχει την οικονομική ζωή. Ενώ παρέμεναν εχθρικοί ή πάντως επιφυλακτικοί απέναντι στο ελληνικό κράτος, οι αλλοεθνείς πληθυσμοί δεν μπορούσαν ούτε να εκδιωχθούν, αλλά ούτε και να αποκλειστούν από τα πολιτικά δικαιώματα που συνεπαγόταν η ελληνική υπηκοότητα.»

Μαυρογορδάτος Γ., «Από την ομοψυχία στο διχασμό», Βαλκανικοί πόλεμοι, Ελευθεροτυπία-Ιστορικά 24 (30.3.2000), σ.44.


ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΥ ΦΕΝΙΑ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ Α.Π.Θ.                                                   

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2021

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΞΕΝΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

 

ΑΓΓΛΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

ΓΑΛΛΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

ΡΩΣΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

ΟΠΑΔΟΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΙ

ΟΠΑΔΟΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΙ

ΟΠΑΔΟΙ ΑΝΤΙΣΥΓΜΑΤΙΚΟΙ

ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΟΡΙΩΝ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ: ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΑΛΥΤΡΩΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟ ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟ ΔΥΝΑΤΟΝ

 

            -------------------------

ΠΡΟΤΥΠΟ Η ΑΓΓΛΙΑ

ΠΡΟΤΥΠΟ Η ΓΑΛΛΙΑ

ΠΡΟΤΥΠΟ Η ΡΩΣΙΑ

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

ΙΣΧΥΡΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΗ, ΧΩΡΙΣ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ

 --------------------------------

ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ / ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΕΠΕΤΡΕΠΕ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ ΝΑ ΕΠΕΜΒΑΙΝΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ

ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ( ΣΤΟΧΟΙ – ΜΕΣΑ)

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ  - ΕΛΛΕΙΨΗ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ ΓΙΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

 

--------------------------------------

ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ (ΤΥΠΟΥ – ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ)

ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΛΑΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΜΟΝΑΡΧΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΦΩΝΙΑΣ

 

 

 

 ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΥ ΦΕΝΙΑ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ Α.Π.Θ.

 

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΗΓΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ

 ΠΗΓΗ 1

 Η Μεγάλη Ιδέα

 Η προώθηση της επεκτατικής πολιτικής των διαφόρων εθνικών συνόλων βρισκόταν στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα στην ημερήσια διάταξη, στο μέτρο που ήταν πια σαφές ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν μπορούσε πια να αναστείλει το διαμελισμό της παρά μόνο βραχυπρόθεσμα. Σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να τοποθετηθεί η βαθμιαία αλλαγή της πολιτικής στάσης της ελληνικής μεγαλοαστικής τάξης από το τέλος του 19ου αιώνα και πέρα.

Πράγματι, στα πρώτα πενήντα περίπου χρόνια της ανεξαρτησίας, η αστική τάξη της διασποράς αντιμετώπιζε με καχυποψία την οποιαδήποτε απόπειρα επεκτατισμού της ανεξάρτητης Ελλάδας προς τα οθωμανικά εδάφη. Και αν τα εθνικιστικά όνειρα της «Μεγάλης Ιδέας» κυριαρχούσαν στα διευθυντικά στρώματα και στη μικροαστική τάξη του ανεξάρτητου βασίλειου, δε συνέβαινε το ίδιο με την ελληνική αστική τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήταν υποχρεωμένη από τα ίδια τα πράγματα να υιοθετεί μια στάση συμβιβαστική και εφεκτική. Είναι αλήθεια ότι η διαφορά ανάμεσα στις δυο αυτές αντιτιθέμενες θέσεις, όσον αφορά στο μέλλον του έθνους, δεν κρυσταλλώθηκε ποτέ σε οξείες πολιτικές συγκρούσεις. Αυτό όμως οφείλεται, κυρίως, στο γεγονός ότι το ελληνικό κράτος εξαναγκάστηκε πολλές φορές να απαρνηθεί τις επεκτατικές και φιλοπόλεμες τάσεις του κάτω από την πίεση της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία φρόντιζε διαρκώς και με κάθε τρόπο να διατηρεί την εδαφική ακεραιότητα της Αυτοκρατορίας. Δεν υπήρξε πολιτική ή διπλωματική κρίση στο χώρο των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής που να μη συνοδεύτηκε από αναζωπύρωση του ελληνικού εθνικισμού, ο οποίος επιζητούσε μόνιμα τη δυναμική υλοποίηση της μεγάλης ιδέας. Παρ’ όλες όμως τις πιέσεις των ασυγκράτητων εθνικιστικών στοιχείων η Ελλάδα δεν μπόρεσε ποτέ, ως το 1897, να προβεί σε ένοπλη αντιπαράθεση με τους Τούρκους. Οι μεγάλες δυνάμεις, και ιδίως η Μεγάλη Βρετανία, δε δίστασαν να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα για να αποτρέψουν ανάλογο ενδεχόμενο. Διαβήματα, πιέσεις, απειλές και υποσχέσεις, και στην ανάγκη άμεσες στρατιωτικές επεμβάσεις και ναυτικοί αποκλεισμοί, εξασφάλισαν την ελληνική «ουδετερότητα» μπροστά στις αλλεπάλληλες κρίσεις και επιμήκυναν τεχνητά, για μισόν αιώνα, την «Pax Ottomanica» στα Νότια Βαλκάνια. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό, ότι όλες οι επεκτάσεις του ελληνικού εδάφους στο 19ο αιώνα δεν αποτέλεσαν κατακτήσεις των Ελλήνων, αλλά επιβλήθηκαν από την Μεγάλη Βρετανία, στο πλαίσιο μιας πολιτικής «βαλκανικής ισορροπίας», που διακυβευόταν από την προώθηση των αυστριακών, γερμανικών και κυρίως, των ρωσικών επεκτατικών σχεδίων.

 Έτσι, η αντικειμενική διάσταση ανάμεσα στα συμφέροντα της «»κατεστημένης» αστικής τάξης και στο λαϊκισμό της Μεγάλης Ιδέας, που ήταν ανεξίτηλα τυπωμένος στις συλλογικές συνειδήσεις των μικροαστικών στρωμάτων και των λαϊκών μαζών του ανεξαρτήτου βασίλειου, δεν εκφράστηκε ποτέ με ενάργεια. Οι πολιτικές επιλογές προκαταλαμβάνονταν από τη βρετανική κηδεμονία: εκείνη επέβαλε μόνιμα στην Ελλάδα μια στάση ουδετερότητας και μετριοπάθειας, που ταυτιζόταν απόλυτα με τα συμφέροντα των μεγαλοαστών της διασποράς, αφού πίεζαν και αυτοί προς την ίδια κατεύθυνση.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

 Όταν, λοιπόν, το 1910 ο Βενιζέλος κατέλαβε την εξουσία, η ελληνική μεγαλοαστική τάξη για πρώτη φορά αποδέχθηκε ομόφωνα να ρίξει το πολιτικό, και κυρίως το οικονομικό της βάρος, στην προετοιμασία της αναδίπλωσης των «εθνικών πεπρωμένων». Κατά τον Λόυντ Τζώρτζ, επρόκειτο για την αντιπαράθεση του χριστιανικού πολιτισμού με την τουρκική βαρβαρότητα. Δυο χρόνια αργότερα, ξεσπάνε οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1912 και την επόμενη χρονιά αρχίζει ο Μεγάλος πόλεμος. Το ανατολικό ζήτημα βαίνει προς τη λύση του, ενώ για τους Έλληνες κεφαλαιούχους διακυβεύονται πια τα πάντα. Έτσι πολλαπλασιάζονται οι χρηματοδοτήσεις των στρατιωτικών δαπανών και διατίθενται άφθονα μέσα για την οργάνωση των άτακτων ομάδων στις παραμεθόριες περιοχές……..

Κ. Τσουκαλά, Εξάρτηση και αναπαραγωγή, σσ. 364-370

 

 ΠΗΓΗ 2

Το σημαντικότερο ιδεολογικό στοιχείο της πολιτικής ζωής, η Μεγάλη Ιδέα, δεν ήταν βεβαίως και στοιχείο ιδεολογικής διάκρισης: όλα τα κόμματα συμφωνούσαν γύρω από τα βασικά προβλήματα του ελληνικού αλυτρωτισμού. Η μόνη περιοχή διαφωνιών ήταν η τακτική που θα έπρεπε ν’ ακολουθήσει η εκάστοτε κυβέρνηση. Η παθολογική διόγκωση του αλυτρωτισμού αποδεικνύει την αποδέσμευση των κομμάτων από τις πραγματικότητες της οικονομικής αθλιότητας και της κοινωνικής αδικίας – ενώ από την άλλη πλευρά επέτρεπε και συντηρούσε αυτή την αποδέσμευση, αποσπώντας την προσοχή των κατωτέρων τάξεων από τα προβλήματά τους. Εννοείται ότι αυτό δεν σημαίνει ότι ο ελληνικός αλυτρωτισμός δημιουργήθηκε σε μιαν εσκεμμένη προσπάθεια να μεταστρέψει την προσοχή του λαού από τις αδικίες του συστήματος. Ο εθνικισμός ήταν φαινόμενο γενικό στην Ευρώπη του 19ου αιώνα, συνέπεια ενός εξαιρετικά περίπλοκου πλέγματος διεθνών και εσωτερικών συνθηκών. Απλοϊκή είναι επίσης και η άλλη, αρκετά κοινή άποψη, ότι η Μεγάλη Ιδέα ήταν «δημιούργημα» της αστικής τάξης. Μπορεί βέβαια να χρησιμοποιήθηκε πολιτικά από τα κόμματα, δεν ήταν, όμως, μια τακτική που «επέβαλαν» οι αστοί. Η προσπάθεια να μεταστρέφεται η προσοχή του λαού από τα εσωτερικά προβλήματα σε σωβινιστικές εξάρσεις είναι συνηθισμένη διέξοδος για κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν δυσκολίες.

Γ. Δερτιλή, Κοινωνικός μετασχηματισμός και στρατιωτική επέμβαση (1880-1909), σσ. 129-131

Με βάση τα παραθέματα και τις ιστορικές σας γνώσεις:

α) Να αναφερθείτε στο περιεχόμενο της «Μεγάλης Ιδέας».

β) Να παρουσιάσετε τις συγκυρίες κάτω από τις οποίες το όνειρο της εθνικής ολοκλήρωσης ενέπνευσε όλο τον ελληνικό λαό μαζί με τις άρχουσες τάξεις του παρά τις αρχικές τους

αντιδράσεις.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η διαμόρφωση αντιλήψεων επεκτατικού χαρακτήρα διαφόρων λαών εντατικοποιήθηκε στα τέλη του 19ου και στις αρχές 20ου αφού ήταν πλέον εμφανές ότι ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν αναπόφευκτος. Βέβαια, οι Έλληνες ήδη από το 1840 και μετά διαμόρφωσαν μια αντίληψη αλυτρωτισμού, μια ιδεολογία που στηριζόταν στο όραμα της απελευθέρωσης νέων εδαφών και ανελεύθερων Ελλήνων που ονομάστηκε «Μεγάλη Ιδέα».

ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ

α) Σύμφωνα με την ιστορική αφήγηση, η πρόοδος του εκτός των εθνικών συνόρων ελληνισμού ταλάνιζε το μικρό βασίλειο. Ενίσχυε την ιδέα ότι το υπάρχον κράτος ήταν τα θεμέλια απλώς για κάτι μεγαλύτερο. Η  «Μεγάλη Ιδέα» που εκπορεύθηκε από αυτή την αντίληψη δημιουργούσε προσδοκίες για ολοκλήρωση του εθνικού οράματος, που προϋπέθετε σημαντική διεύρυνση των   συνόρων. Αυτή λοιπόν η ιδεολογία που χαρακτήριζε την αστική τάξη του Ελληνικού Βασιλείου, σύμφωνα με τη δευτερογενή πηγή 1, δε γινόταν αποδεκτή από την ελληνική αστική τάξη που διαβιούσε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία αντιμετώπιζε με καχυποψία τα σχέδια επεκτατισμού της μικρής Ελλάδας. Αν και η διαφοροποίηση αυτών των αντιλήψεων, δεν έλαβε μορφή ανοιχτής πολιτικής σύγκρουσης, αυτό σχετιζόταν με το γεγονός ότι οι Έλληνες αρνήθηκαν τις επεκτατικές τους φιλοδοξίες υπό την πίεση της Αγγλίας που φρόντιζε την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι μέχρι το 1897 η Ελλάδα δεν ενεπλάκη σε ένοπλη αναμέτρηση με τους Τούρκους. Σε αυτό ευθυνόταν και η πίεση που ασκούσε η Αγγλία κυρίως ώστε η Ελλάδα να τηρεί ουδέτερη στάση και να διατηρείται έτσι η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η ειρήνη στα Βαλκάνια. Ως αντάλλαγμα η Αγγλίας παραχώρησε εδάφη στην Ελλάδα ώστε να διατηρείται η ισορροπία δυνάμεων στα Βαλκάνια. Αυτή λοιπόν η διάσταση απόψεων μεταξύ γηγενών αστών και Ομογενών αστών δεν εκφράστηκε με σαφήνεια. Οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα αναγκάζονταν να τηρήσουν μια μετριοπαθή στάση που υπαγορευόταν από την Αγγλία αλλά και από τους Έλληνες της διασποράς. Η έντονη παρουσία όμως, σύμφωνα με την ιστορική αφήγηση, της εθνικής αυτής ιδεολογίας είχε επιπτώσεις στον πολιτικό και οικονομικό χώρο, ιδιαίτερα σε εποχές που τα προβλήματα έμοιαζαν με ανοικτές πληγές, στην περίπτωση της Κρήτης ή, αργότερα, της Μακεδονίας. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν είχαν στραμμένο το ενδιαφέρον τους μέσα σ΄ αυτές τις συνθήκες αποκλειστικά  στα εσωτερικά ζητήματα, στην οικονομική ανόρθωση και τη γεφύρωση του χάσματος με τη Δύση. Η υλοποίηση του εθνικού οράματος μεγάλωνε το κόστος των προσπαθειών καθιστώντας συχνά τις οικονομικές πρωτοβουλίες έρμαια των εθνικών κρίσεων. Σύμφωνα, άλλωστε με τη δευτερογενή πηγή 2, όλα τα κόμματα συμφωνούσαν στο θέμα του αλυτρωτισμού, απλά ήταν διαφορετική η προσέγγιση υλοποίησής του. Η υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας σχετιζόταν με την προσπάθεια αποδέσμευσης από την οικονομική και κοινωνική ένδεια της Ελλάδας, ενώ συχνά αποπροσανατόλιζε τον απλό Έλληνα από τα καθημερινά του προβλήματα. Ωστόσο, σε καμία προσπάθεια δε διαμορφώθηκε για αυτό το σκοπό, αλλά υπήρξε απόρροια των εθνικιστικών τάσεων της Ευρώπης του 19ου αιώνα. Επίσης δε σχετίζεται με την αστική τάξη ως δημιούργημα, απλά ενίοτε έγινε μέσο μεταστροφής της προσοχής του λαού όταν οι κυβερνήσεις βρίσκονταν σε δεινή θέση.

 β) Στις αρχές όμως του 20ου αιώνα διαφορετικές συγκυρίες διαμορφώνονται με αποτέλεσμα το όνειρο της εθνικής ολοκλήρωσης να εμπνεύσει όλο τον ελληνικό λαό μαζί με τις άρχουσες τάξεις παρά τις αρχικές τους αντιδράσεις.  Το 1910, σύμφωνα με τα στοιχεία της πηγής 1, ο Βενιζέλος ανήλθες στην εξουσία και μαζί με αυτόν οι μεγαλοαστοί Έλληνες αποφάσισαν να συμβάλουν οικονομικά και πολιτικά στην υλοποίηση του εθνικού οράματος. Η έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων και το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου επιταχύνει την επίλυση του Ανατολικού ζητήματος και για τους Έλληνες αστούς υπάρχει μεγάλος κίνδυνος για τους ίδιους. Έτσι, αρχίζουν να χρηματοδοτούν τις στρατιωτικές δαπάνες της Ελλάδας και να συμβάλουν στην οργάνωση επαναστατικών ομάδων στις αλύτρωτες περιοχές.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Από όλα τα παραπάνω είναι σαφές ότι η Μεγάλη Ιδέα καθόρισε την ιδεολογική ταυτότητα του ελληνικού κράτους κατά το 19ο αιώνα και παρά τις αρχικές αντιρρήσεις ή διαφωνίες, συνένωσε τελικά όλους τους Έλληνες γύρω από το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας που υλοποιήθηκε τελικώς στις αρχές του 20ου αιώνα.


 

ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΥ ΦΕΝΙΑ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ Α.Π.Θ.

ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΣ

  «ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΣ – ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ: ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ!» Διανύοντας τον 21 ο αιώνα, αντιμετωπίζουμε μια παγκόσμια π...